Σελίδες

Δευτέρα, 28 Μαΐου 2012

Μια συνειδητή επιλογή

ή Αξίζει φίλε να υπάρχεις για ένα όνειρο και ας είναι η φωτιά του να σε κάψει.

  Η αναγκαιότητα μια στροφής του Λαϊκού κινήματος κατά του Καπιταλισμού και τις απ’ αυτόν απορρέουσες κοινωνικές συνθήκες, φαντάζει για μια ακόμα φορά επιτακτική. Άλλωστε ποτέ δεν έπαψε να είναι τέτοια, απλώς για κάποια χρονικά διαστήματα η εγκαθίδρυση ενός πιο δήθεν φιλολαϊκού κράτους πρόνοιας, συνήθως υπό την εποπτεία της Σοσιαλδημοκρατίας, λειτούργησε σαν παραπέτασμα καπνού, αποκρύβοντας την εφιαλτική πραγματικότητα από τα μάτια της εργατικής τάξης.
  Το «ιδεολογικό» φρένο για αυτή τη στροφή, είναι κοινό σε όλους τους «αριστερούς» χώρους, με διαφορετική ανάλυση όμως. Πάντα, σε όλες τις προσπάθειες ουσιαστικής ριζοσπαστικοποίησης του κινήματος, ακούς το απόλυτο ιδεολόγημα: Η ανατροπή είναι δυνατή μόνο όταν η συντριπτική πλειοψηφία του Λαού, έχει συνειδητά επιλέξει να την τολμήσει. Αλλιώς διατυπωμένο είναι κάπως έτσι: Ο Λαός δεν είναι έτοιμος
.
Ου τοις άρχειν βουλομένοις μέμφομαι, αλλά τοις υπακούειν ετοιμοτέροις ούσιν. (Δεν κατηγορώ αυτούς που θέλουν να κυβερνούν αλλά εκείνους που είναι έτοιμοι να τους υπακούσουν) Θουκυδίδης.

  Στο ΚΚΕ, αυτό το ιδεολόγημα μεταφράζεται στο γνωστό «δεν θέλω να κυβερνήσω, όταν θα είναι έτοιμος ο Λαός, θα πάρω την εξουσία με τα όπλα». Στο ΣΥΡΙΖΑ πάλι μεταφράζεται στο « αφού δεν υπάρχει μαζική εξεγερσιακή συνείδηση, το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε είναι να διαχειριστούμε πολιτικά τον καπιταλισμό ώστε να γίνει λίγο πιο ανθρώπινος».
  Στο εξωκοινοβουλευτικό στρατόπεδο της αριστεράς το παραπάνω ιδεολόγημα βάζει φρένο σε κάθε διάθεση για ουσιαστική αντιπαράθεση με το σύστημα, μιας και κυριαρχεί το συναίσθημα της κοινωνικής απομόνωσης. Είμαστε λίγοι, χρειάζεται και το ΚΚΕ και ο ΣΥΡΙΖΑ γιατί μόνο ενωμένοι θα έχουμε αποτέλεσμα.

  Ο φαύλος κύκλος της ατέρμονης αναμονής για ένα θαύμα, καλά κρατεί.

  Σίγουρα, ο κόσμος δεν είναι έτοιμος. Δεν έχει κατακτήσει ακόμα εκείνη την απαραίτητη συνειδησιακή κατάσταση που θα τον οδηγούσε στη ρήξη και στην άρνηση του Καπιταλισμού. Και ακόμα πιο σίγουρα, ποτέ δεν θα είναι. Ας μην τρέφουμε αυταπάτες και περισσότερο ας μην τις μεταλαμπαδεύουμε σε άλλους που θέλουν πράγματι να αλλάξει ο κόσμος.

  Τώρα θα μου πεις, αφού σαφώς ο κόσμος είναι ανέτοιμος, και αφού οι μειοψηφικές εξεγέρσεις αποτυγχάνουν, γιατί μας παρουσιάζεις ως «φρένο» και «ιδεολόγημα» αυτό που προτάσσουν όλοι οι «αριστεροί» όταν μιλάμε για εξέγερση; Μα ακριβώς γιατί το προτάσσουν «αριστεροί», και μάλιστα για τον ίδιο λόγο κάνω χρήση των εισαγωγικών στη λέξη αριστεροί.

Η ελευθερία δεν αξίζει τίποτα αν δεν συμπεριλαμβάνει την ελευθερία να κάνεις λάθη. Μ. Γκάντι.

  Για μένα, είτε κομουνιστής είσαι, είτε αναρχικός, δεν πρέπει ποτέ να χάνεις τη θέρμη σου για την Επανάσταση. Δεν δικαιούσαι να συμβιβάζεις τις ιδέες σου για μια πιο «ρεαλιστική» ανάλυση των συγκυριών. Δεν προσπαθείς να «κερδίσεις» χρόνο και υποστηρικτές, κάνοντας αστική πολιτική και χρήση των αστικών θεσμών. Δεν υπηρετείς το σκοπό σου αν τον μεταθέτεις συνεχώς σε ένα αόριστο μέλλον, προσπαθώντας να κρατηθείς στην επιφάνεια του πολιτικού συστήματος.

  Δεν είναι δουλειά της αριστεράς να «εξασφαλίζει» καλύτερες συνθήκες διαβίωσης, να διαπραγματεύεται με τους αστούς περισσότερα δικαιώματα για τον εργάτη, να πιέζει για περισσότερο κοινωνικό κράτος. Τουλάχιστον δεν εξαντλείται εκεί ή δουλειά μιας πραγματικής αριστεράς. Η ανατροπή του Καπιταλισμού είναι η δουλειά της. Η αποκατάσταση της ισότητας και της ελευθερίας. Η Επανάσταση.

  Ο αγωνιστής, οφείλει να έχει κύρια του προτεραιότητα την προτροπή στην εξέγερση, να μεταλαμπαδεύει την τόλμη του και το ασυμβίβαστο των ιδεών του και των πράξεων του όσο μπορεί σε περισσότερο κόσμο. Να μοιράζεται το όραμα της ανθρώπινης και δίκαιας κοινωνίας με όποιον συναντά, χωρίς να φοβάται μην τυχόν και τον τρομάξει. Ο αγωνιστής δεν παζαρεύει, δεν υπαναχωρεί. Παλεύει για το αύριο σαν αν μην υπάρχει αύριο, δοσμένος ολόψυχα στον αγώνα και έτοιμος για κάθε ρήξη και θυσία ανά πάσα στιγμή.

Το δε σώφρον του ανάνδρου πρόσχημα. (Η σύνεση είναι το πρόσχημα του άνανδρου) Θουκυδίδης.

  Ιστορικά, όλες οι μεγάλες επαναστάσεις, ανατροπές, αλλαγές ξεκίνησαν από μια μικρή σχετικά μερίδα των κοινωνιών. Είτε στη παρισινή κομμούνα, είτε στη Οκτωβριανή Επανάσταση ακόμα και στον Ισπανικό Εμφύλιο, δεν ήταν οι πλειοψηφίες που «σήκωσαν» κεφάλι, αλλά μικρά σχετικά κομμάτια του Λαού που ένιωθαν την ανάγκη για ριζική αλλαγή των κοινωνικών δομών. Όλες μα όλες, απέτυχαν ως προς τους στόχους τους, αλλά μας άφησαν ανεκτίμητη κληρονομιά εμπειριών και έκαναν τον κόσμο «λίγο» καλύτερο, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο.

  Πόσοι ήταν κομουνιστές στα βουνά με τον ΕΛΑΣ; Πόσοι ήταν μπολσεβίκοι τον Οκτώβρη του 1917; Πόσοι ήταν οι σύντροφοι του Κάστρο και του Τσε; Κι αν στο παρελθόν απέτυχαν ή μεταλλάχτηκαν οι επαναστάσεις, αυτό έγινε γιατί δεν ήθελαν ή δεν μπόρεσαν να μεταβιβάσουν όλη την εξουσία στο λαό. Όχι γιατί δεν ήταν έτοιμος ο λαός αλλά γιατί κάποιοι τον εξαπάτησαν ή απλά δεν του είχαν εμπιστοσύνη. Και σήμερα αυτή η έλλειψη εμπιστοσύνης στο λαό να διαχειριστεί τη ζωή του, διαφαίνεται σ’  όλη σχεδόν την αριστερά. Κι αυτό δεν είναι τυχαίο, δεν είναι μια παθογένεια της αριστεράς. Είναι ο ίδιος σκοπός ύπαρξης της «αριστεράς» στο αστικό πολιτικό τοπίο. Είναι ο θεσμός που εξασφαλίζει στους αστούς την υποταγή μέσω των συμβιβασμών της εργατικής τάξης.

  Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις; Ν. Καζαντζάκης

  Αν ή όποια αριστερά σήμερα θέλει ακόμα να αποκαλείται έτσι, πρέπει τώρα, όχι αύριο, τώρα να κατεβάσει τον κόσμο στο δρόμο. Να απαιτήσει και να παλέψει για την κατάκτηση της εξουσίας από το λαό ώστε ο ίδιος να αποφασίσει για τη ζωή που θέλει. Αν κατέβει στο δρόμο ένας ικανός αριθμός συνειδητοποιημένων αρκετά ώστε να αντέξουν αρκετά την καταστολή, οι υπόλοιποι θα ακολουθήσουν και θα αλλάξουν μαζί μας, μέσα από τη συμμετοχή στη δράση. Το να αποτύχουμε, είναι καλύτερο από το να μην προσπαθήσουμε.

  Οι συνειδήσεις ψήνονται στον αγώνα έλεγε κάποιο παλιό  σύνθημα, και είχε δίκιο. Όταν τα χαρακτηριστικά του αγώνα είναι δίκαια και ανθρώπινα, εύκολα αλλάζουν τις συνειδήσεις ανθρώπων που μπορεί να ξεκίνησαν από την απογοήτευση για τα οικονομικά και το ξεβόλεμα της μέχρι τώρα ζωής τους, αλλά αν «ψηθούν» αρκετά μέσα στο «φούρνο» των κινητοποιήσεων θα παραταχθούν μαζί μας για μια κοινωνία διαφορετική και καλύτερη απ’ τη σημερινή. Θέλω μ’ αυτό να πω πως η συνεχής και έντονη αντιπαράθεση με το σύστημα και τον κατασταλτικό του μηχανισμό, μπορεί να οδηγήσει όλο και μεγαλύτερες μάζες στην συνειδητοποίηση της ανάγκης συμμετοχής σε μια αντισυστημική εξέγερση.

Το εναντιούμενον τω δυναστεύοντι δήμος ωνόμασται  (αυτό που εναντιώνεται στο δυνάστη λέγεται λαός) Θουκυδίδης.

  Αν είδα ένα θετικό στις πλατείες των συνελεύσεων, είναι ότι δεν υπάρχει ανάγκη για τακτικισμούς και υπαναχωρήσεις. Είδα πολλούς ανθρώπους, που ως τότε ήταν αμέτοχοι και καθόλου συνειδητοποιημένοι να αλλάζουν σταδιακά από το μην μιλάτε κομματικά, μην ασκείτε βία, μην αμφισβητείτε το σύστημα,  πλέον να είναι έτοιμοι για όλα, πρώτοι πολλές φορές σε κάθε συλλογική δράση και με ξεκάθαρο αντισυστημικό πρόταγμα. Δεν ισχυρίζομαι πως απέκτησαν την απόλυτη επαναστατική συνείδηση, αλλά πως είναι πλέον έτοιμοι να δεχτούν μια τέτοια προοπτική και ακόμα να συμμετέχουν σ’ αυτή. Κύριο χαρακτηριστικό της μεταβολής αυτής δεν ήταν η ιδεολογική τους στρατολόγηση αλλά η αυθόρμητη αλληλεγγύη μεταξύ των διαδηλωτών και η μέθεξη που σε κυριεύει όταν νιώθεις πως γίνεσαι μέρος μιας συλλογικής ανθρώπινης προσπάθειας. Η ιδεολογική τους προσέγγιση έρχεται μετά, μέσα από την συνεχή επαφή με τους υπόλοιπους αγωνιστές, μέσα από την ταξική τους συνειδητοποίηση. Μια συνειδητοποίηση που είναι πιο εύκολη να επιτευχθεί όταν είσαι δίπλα στους δικούς σου στο δρόμο απ’ ότι όταν κάθεσαι στον τηλεοπτικό σου μικρόκοσμο ή στην απομόνωση του εκλογικού παραβάν.

  Κι αν έχουν δίκιο όσοι κατηγορούν τη θεσμική αριστερά για αστικό ανάχωμα στους εργατικούς αγώνες, όπως εγώ, δεν παύει η βάση των αγωνιστών των αριστερών κομμάτων να είναι άνθρωποι της εργατικής τάξης, άνθρωποι που υποφέρουν από τον Καπιταλισμό. Ελπίζω σ’ αυτούς τους ανθρώπους, να πάρουν σύντομα τη μοίρα τους στα χέρια τους, να αφήσουν τις ηγεσίες τους στο κόσμο τους και να συμπαραταχθούν μαζί μας, εκεί που θα κάνουν τη διαφορά. Στο δρόμο και την αντίσταση. Γιατί  όπως έλεγε και ο Τσε:
  η επανάσταση δεν είναι ένα φρούτο που θα πέσει όταν είναι ώριμο. Πρέπει να κουνήσουμε το δέντρο για να το κάνουμε να πέσει.

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

Οι Αστοί φοβήθηκαν.


  Πανικός έχει πιάσει τα επιτελεία τους, κομματικά και θεσμικά. Η μέχρι πρότινος παντοδυναμία τους σε θεωρητικό επίπεδο όσον αφορά την οικονομική πολιτική που πρέπει να ακολουθήσει η Ευρωζώνη και όλη η υφήλιος, άρχισε να βρίσκει μπροστά της τις αντιδράσεις των λαών, που αργά και βασανιστικά δείχνουν να ξεφεύγουν από την κυρίαρχη ιδεολογία των (νέο)φιλελεύθερων  και να αντιστέκονται στα μέτρα οικονομικής προσαρμογής των κοινωνιών στα συμφέροντα των αφεντικών.
  Το αξιοσημείωτο είναι δε, πως η κρίση πανικού που φαίνεται να διακατέχει τους Αστούς, κορυφώθηκε όχι από τα εκατομμύρια κόσμου που διαδηλώνει, αλλά από το πιθανό εκλογικό αποτέλεσμα σε μια από τις μικρότερες  χώρες και οικονομίες  της Ευρώπης. Η περίπτωση, να ακυρώσει η Ελλάδα τα τρομερά μέτρα που επιβλήθηκαν στον Ελληνικό Λαό, και να προχωρήσει, σε ουσιαστική αμφισβήτηση του ευρώ και του Οικονομικού Διοικητηρίου (ΕΕ, ΔΝΤ, ΕΚΤ, Τρόικα), τους έχει αφηνιάσει. Κι αυτό όχι από λανθάνοντα  εγωισμό, ούτε από εκδικητικές εμμονές.
  Αλλά ας δούμε ποιος είναι στ’ αλήθεια ο φόβος τους, ειδικά όσον αφορά τις ελληνικές εκλογές. Η άνοδος ενός κόμματος όπως ο ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, σίγουρα δεν είναι ότι καλύτερο για τις προθέσεις τους, αλλά δεν είναι και το τέλος του κόσμου. Οι σοσιαλδημοκρατικές καταβολές του, η ενδογενής αδυναμία του να πάρει ριζοσπαστική και επαναστατική θέση απέναντι στο καπιταλισμό αλλά και ο έστω με κριτικό πνεύμα αστικός του προσανατολισμός, τον καθιστούν απρόθυμο και δύσκολο συνομιλητή μεν, δυνητικό σύμμαχο παρ’ όλα αυτά, στα σχέδια τους.
  Ίσως να αναγκαστούν να αμβλύνουν λίγο τον τρόπο που επιβάλλονται, ίσως να αλλάξουν και λίγο ρητορική, αλλά σίγουρα, θα μπορέσουν να αλώσουν κάθε θύλακα αντίστασης και να διαφθείρουν αρκετά το ΣΥΡΙΖΑ ώστε να τους φανεί χρήσιμος. Γιατί λοιπόν τόσος ντόρος; Τι φοβίζει σε όρια παράνοιας τους Αστούς; Ο λόγος είναι η απειλή της μίμησης του Ελληνικού παραδείγματος και από άλλους, και μάλιστα σε βαθμό ικανό να καταστρέψει το νεοφιλελεύθερο οικοδόμημα που τόσα χρόνια με κόπο έχτιζαν.
  Και εδώ είναι το σημείο που θέλει προσοχή. Δεν φοβούνται τη σοσιαλδημοκρατία τόσο, όσο την ικανότητα των κινημάτων να εκβιάσουν τις σοσιαλδημοκρατικές δυνάμεις σε μια συγκρουσιακή γραμμή ή ακόμα  περισσότερο τις αντιδράσεις του κόσμου, όταν και αν συμβιβαστούν οι ηγεσίες τους. Η κατάσταση μπορεί να είναι ρευστή, αλλά βρίθει ευκαιριών για κινηματικές πρωτοβουλίες. Οι ευκαιρίες αυτές, δεν θα μας δοθούν εύκολα στο μέλλον, μιας και ήδη οι Αστοί έχουν αρχίσει να εξαπολύουν τα φασιστικά τους σκυλιά σε μια προσπάθεια εκφοβισμού αλλά και αποτροπής ενός κινήματος με αντισυστημικά χαρακτηριστικά. Ας μην τις χάσουμε.

Κυριακή, 13 Μαΐου 2012

Εκλογές και Κίνημα.


  Μπροστά στην άνοδο της Σοσιαλδημοκρατίας και την ηθελημένη περιθωριοποίηση της παραδοσιακής Αριστεράς, καλούμαστε πλέον επιτακτικά να επαναπροσδιορίσουμε τη δική μας, προσωπική και συλλογική πολιτική στάση. Ο ιδεολογικός μας προσανατολισμός, η όποια κινηματική μας εμπειρία και τα ιστορικά διδάγματα, μας  εγκαλούν να αναλάβουμε επιτέλους δράση. 

  Δεν εννοώ πως οι μέχρι τώρα δράσεις μας ήταν λάθος. Δεν λέω πως η στάση μας ήταν λάθος. Απλά ήμασταν λίγοι και φοβικοί απέναντι στο κάθε άνοιγμα στη κοινωνία, πολλές φορές ακόμα και ελιτιστές στις συναναστροφές μας μέσα στο ίδιο το κίνημα.

  Το σίγουρο είναι πως αριστεροί και σοσιαλδημοκράτες θα κάνουν τώρα άνοιγμα στον αντιεξουσιαστικό χώρο, προσπαθώντας να οικειοποιηθούν την φρεσκάδα των ιδεών και το ασυμβίβαστο του χαρακτήρα, που διαπνέουν το αναρχικό κίνημα. Και σίγουρα επίσης, αν τα καταφέρουν, μετά θα το αδειάσουν, θα το στοχοποιήσουν, θα το λοιδορήσουν μέχρι εξαφάνισης.
Παρ’ όλα αυτά όμως, οι εξελίξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, μας αναγκάζουν να πάρουμε σαφείς θέσεις και να επιδείξουμε τη μέγιστη δυνατή ψυχραιμία στις αναλύσεις μας  και στον τρόπο προσέγγισης των αποτελεσμάτων αυτών των αναλύσεων. Κατά τη γνώμη μου θα ήταν λάθος, και μάλιστα μεγάλο, να αποστασιοποιηθούμε εντελώς και να δηλώσουμε αδιάφοροι για τις εξελίξεις και τα αποτελέσματα του πρωτόγνωρου για τα ελληνικά δεδομένα πολιτικού μετασχηματισμού και την μεγάλη ανατροπή των παραδοσιακών συνταγών διακυβέρνησης.

  Η ανατροπή αυτή, οδηγούμενη από την συνεχόμενη εξαθλίωση των μεσαίων κυρίως κοινωνικών στρωμάτων, δεν είναι μια «νομοτελειακή» άνοδος της αριστεράς, όπως πολλοί φαντασιώνονται, αλλά μια προσεγμένη επιλογή του ίδιου του συστήματος. Μπροστά στην βέβαιη καταστροφή του κλασσικού δικομματικού μοντέλου, το σύστημα «ξεπαγώνει» από την εφεδρεία το χαρτί της Σοσιαλδημοκρατίας και το παίζει αριστοτεχνικά. Οι ανούσιες μετεκλογικές επιθέσεις και κριτικές στο ΣΥΡΙΖΑ, δεν έχουν άλλο στόχο από το να μας πείσουν πως είναι «εχθρός» του συστήματος και έτσι να συνταχθούμε με αυτόν, απεμπολώντας την ικανότητα να διακρίνουμε το πραγματικό ρήγμα στον ιστό του κατεστημένου και να χάσουμε μια τρανή ευκαιρία να το κατεδαφίσουμε.

  Το ρήγμα που πραγματικά εμφανίσθηκε στη δομή του κατεστημένου, δεν είναι φυσικά αποτέλεσμα της δράσης των «δήθεν» εχθρών του, αλλά ούτε και αυτής των πραγματικών του εχθρών. Είναι μάλλον ή κατάρρευση μικρών δομικών «λαθών» στη εσωτερική λειτουργία του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.  Η ίδια του η αδυναμία να διαιωνίζει τις αναγκαστικές κυκλικές συμπεριφορές των αγορών, άνοδος – κάμψη, χωρίς να ξεγυμνώνει στο κατώτατο σημείο της πορείας των επαναλήψεων, το πραγματικό του, απάνθρωπο και στυγνό πρόσωπο. Στη παρούσα φάση, η ανάγκη του συστήματος να εξαθλιώσει ολόκληρους Λαούς για να διατηρήσει την κερδοφορία του, δημιουργεί την ανάγκη του να καταστείλει ωμά κάθε αντίδραση, μιας και στην πορεία αυτή απαξιώνει και ακυρώνει όλο του το θεσμικό πολιτικό προσωπικό και όποια άμυνα αυτό θα μπορούσε να του προσφέρει.

  Αυτή ακριβώς η ανικανότητα του συστήματος να διαχειριστεί τις Λαϊκές αντιδράσεις με όποιον άλλο τρόπο πλην της ωμής καταστολής, είναι το ελάχιστο ρήγμα που μας δίνει την ευκαιρία να εισβάλουμε και να το διευρύνουμε σε βαθμό μη αναστρέψιμο με αποτέλεσμα την κατάρρευση του. Και εκεί οφείλει το κίνημα να εστιάσει. Στον περεταίρω και συνεχόμενο εξαναγκασμό του συστήματος να χρησιμοποιεί βία για την καταστολή. Στον εξαναγκασμό της εξουσίας να ξεγυμνώσει και στον τελευταίο πολίτη πλέον τα αποτρόπαια  κοφτερά της δόντια. Να εξαναγκάσουμε και τον πολίτη να αντιμετωπίσει το φόβο του, και ο καλύτερος τρόπος για να νικήσεις το φόβο σου, είναι να τον γνωρίσεις.

  Οι εκλογές, ακόμα μια χρυσή εφεδρεία του συστήματος για να εκτονώνει τον κόσμο και να του δημιουργεί αφενός μεν την ψευδαίσθηση της πάλης και της συμμετοχής, αφετέρου δε μια συλλογική και ατομική αίσθηση ευθύνης για τα τεκταινόμενα, αφού συμμετείχαμε. Στην παρούσα συγκυρία, η «αναμονή» αυτών των λυτρωτικών εκλογών, άρχισε επίσημα από την ορκωμοσία της δοτής κυβέρνησης Παπαδήμου, και λειτούργησε άκρως ανασταλτικά για το κίνημα. Ποιος εκπλήσσεται; Το σύστημα δουλεύει!

  Αύριο, αποφασίζεται αν θα το σύστημα αψηφά αρκετά το κίνημα, και θα προχωρήσει στον διορισμό μιας νέας δοτής κυβέρνησης, ή αν θα θελήσει να κερδίσει λίγο χρόνο ακόμα ηρεμίας, και θα προκηρύξει νέες εκλογές, ελπίζοντας σε μια καλύτερη διευθέτηση των συσχετισμών, αλλά και μια ελαφρά αλλαγή στην κεντρική του πολιτική σκηνή, Ε.Ε., Κεντρική Τράπεζα, ΔΝΤ, Τρόικα κτλ, ώστε να δώσει άλλοθι σε μια νέα θεαματική κωλοτούμπα στην εδώ πολιτική σκηνή.

  Άσχετα με το τι θα αποφασίσουν, εμείς καλούμαστε να υπερβούμε εαυτό και να πρωτοστατήσουμε σε μια αναγεννημένη παρουσία του κινήματος στο δρόμο και τις πλατείες. Πρέπει να πλημυρίσουμε κάθε πλατεία ξανά, βροντοφωνάζοντας ειδικά στις αριστερές ηγεσίες, ότι δεν θα ανεχθούμε κανένα συμβιβασμό, καμιά οπισθοχώρηση. Πρέπει να πείσουμε όσο περισσότερο αριστερούς και μη, ότι μόνο κάτω από την δική μας κοινή πίεση δεν θα εκτροχιαστεί κάθε ελπίδα που εύκολα νιώθουν όσοι έχουν μάθει να περιμένουν το σωτήρα ηγέτη. Πρέπει να σπρώξουμε το κίνημα στην σωστή κατεύθυνση, που δεν μπορεί παρά να είναι ο ταξικός αγώνας και η καταπολέμηση του Καπιταλισμού.

Δευτέρα, 9 Απριλίου 2012

Ναι, έχετε δίκιο, είμαστε τεμπέληδες και θα παλέψουμε για το δικαίωμά μας στην τεμπελιά

Η ομιλία του Χόλογουεη στο Left Forum στη Νέα Υόρκη: Ναι, έχετε δίκιο, είμαστε τεμπέληδες και θα παλέψουμε για το δικαίωμά μας στην τεμπελιά.



Για μένα είναι πραγματικά ευχάριστο αλλά και λίγο τρομακτικό να βρίσκομαι εδώ μαζί σας, επειδή στην πραγματικότητα είναι η πρώτη φορά που μιλάω στην καρδιά της σατανικής αυτοκρατορίας. Θέλω επίσης να ευχαριστήσω θερμά τους φρουρούς της πύλης στο αεροδρόμιο χτες που με άφησαν να μπω και να σας επισκεφθώ σ’ αυτή τη γη της «ελευθερίας», που μου επέτρεψαν να έρθω να σας δω στη φυλακή σας. Ίσως με άφησαν να περάσω επειδή δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει μια ανταρσία στη φυλακή, μια εξέγερση στην καρδιά της αυτοκρατορίας. 

Είμαστε εδώ για να γιορτάσουμε το 2011 που ξεχειλίζει στο τρέχον έτος, το 2012. Ένα έτος γεμάτο από ένδοξες εξεγέρσεις σε όλο τον κόσμο, καθώς η ανυπακοή μας έκανε ξεκάθαρο ότι εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου. Είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Αρκετά πια με το να λέμε ότι φταίνε οι καπιταλιστές, ότι είναι λάθος των τραπεζιτών. Η ίδια η σημασία αυτών των λόγων δεν είναι μόνο παράλογη αλλά και επικίνδυνη, επειδή μας θυματοποιεί. Το κεφάλαιο είναι μια σχέση κυριαρχίας και η κρίση του είναι κρίση της κυριαρχίας αφού οι κυρίαρχοι δεν είναι ικανοί να κυριαρχούν αποτελεσματικά. Μετά κατεβαίνουμε στους δρόμους και τους λέμε ότι είναι δικό τους λάθος; Τι λέμε ακριβώς; Ότι δεν ασκούν κυριαρχία αρκετά αποτελεσματικά; Είναι σίγουρα καλύτερο να δεχτούμε την πιο απλή εξήγηση και να πούμε ότι αν η σχέση κυριαρχίας βρίσκεται σε κρίση αυτό συμβαίνει επειδή οι κυριαρχούμενοι δεν πειθαρχούν αρκετά, επειδή δεν υποκλίνονται επαρκώς. Η έλλειψη υποταγής μας είναι η αιτία της κρίσης.

Το κεφάλαιο δεν είναι μόνο ένα σύστημα αδικίας, είναι ένα σύστημα που επιταχύνει την εκμετάλλευση, που εντείνει την καταστροφή. Αυτό μπορεί να αποδειχτεί με πολλούς τρόπους, με το νόμο της αξίας και τη συγκρότηση της αξίας από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας ή από τις θεωρίες για την πτωτική τάση του κέρδους. Το νόημα ωστόσο είναι ότι το κεφάλαιο είναι μια δυναμική που επιτίθεται. Υπάρχει μια ατέρμονη προσπάθεια να κινείται συνεχώς πιο γρήγορα, ένας αέναος μετασχηματισμός του τι σημαίνει καπιταλιστική εργασία. Αυτό δεν αφορά μόνο την εντατικοποίηση της εργασίας στα εργοστάσια αλλά την συνεχώς αυξανόμενη υποταγή όλων των εκφάνσεων της ζωής στη λογική του κεφαλαίου. Η ίδια η ύπαρξη του κεφαλαίου είναι το αδιάλειπτο στρίψιμο της βίδας και η κρίση είναι απλώς η εκδήλωση ότι η βίδα δεν βιδώνεται αρκετά γρήγορα, ότι κάπου συναντά αντίσταση. Αντίσταση στους δρόμους και τις πλατείες ίσως, οργανωμένη αντίσταση σίγουρα, αλλά επιπλέον ίσως είναι η αντίσταση των γονιών που θέλουν να παίξουν με τα παιδιά τους, των εραστών που θέλουν να μείνουν μια ώρα ακόμη στο κρεβάτι, των φοιτητών που σκέφτονται ότι χρειάζονται χρόνο για κριτική σκέψη, των ανθρώπων που ακόμα ονειρεύονται ότι είναι άνθρωποι. Εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς που δεν σκύβουμε αρκετά το κεφάλι, εμείς που δεν τρέχουμε αρκετά γρήγορα.

Και η κατάσταση της κρίσης έχει στ’ αλήθεια δύο διεξόδους. Η μία είναι να πούμε, συγνώμη για την έλλειψη υποταγής μας και να ζητήσουμε περισσότερη απασχόληση, περισσότερες δουλειές. «Σας παρακαλούμε, εκμεταλλευτείτε μας περισσότερο και θα εργαστούμε σκληρότερα και πιο γρήγορα, θα υποτάξουμε κάθε πτυχή της ζωής μας στο κεφάλαιο, θα ξεχάσουμε όλες αυτές τις παιδιάστικες ανοησίες του παιχνιδιού, της αγάπης και της σκέψης». Αυτή είναι η λογική της αλλοτριωμένης εργασίας, η αναποτελεσματική λογική της πάλης από και μέσω της εργασίας, που γίνεται αντιληπτή ως αλλοτριωμένη εργασία, ενάντια στο κεφάλαιο. Το πρόβλημα στη συγκεκριμένη διέξοδο δεν είναι μόνο ότι χάνουμε την ανθρωπιά μας αλλά ότι αναπαράγουμε το σύστημα που μας καταστρέφει. Αν καταφέρουμε τελικά, πράγμα μάλλον απίθανο, να βοηθήσουμε το κεφάλαιο να ξεπεράσει τις κρίσεις του τότε θα συνεχίσει πιο γρήγορα, πιο γρήγορα, πιο γρήγορα να υποτάσσει κάθε μορφή ζωής, ανθρώπινης και μη, στις εντεινόμενες απαιτήσεις της παραγωγής αξίας. Και έπειτα θα έρθει μια άλλη κρίση και μετά μια άλλη και μια άλλη, όχι για πάντα επειδή ίσως δεν αρκετά μακριά η εξαφάνιση της ανθρωπότητας.

Η εναλλακτική, επειδή νομίζω ότι είναι η μόνη εναλλακτική, είναι να πούμε ανοιχτά όχι, λυπούμαστε, εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου και δεν θα γονατίσουμε, δεν θα δεχτούμε αυτό που μας κάνει το κεφάλαιο, είμαστε περήφανοι για την έλλειψη υπακοής και την άρνησή μας να υποκύψουμε στην καταστροφική δύναμη του κεφαλαίου. Είμαστε περήφανοι που είμαστε η κρίση του συστήματος που μας καταστρέφει.

Κοιτάξτε την Ελλάδα, το επίκεντρο της σημερινής χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εκεί η κρίση είναι ξεκάθαρα κρίση ανυποταγής. Οι καπιταλιστές και οι πολιτικοί δηλώνουν πως οι Έλληνες δεν υποκύπτουν αρκετά, δεν εργάζονται αρκετά σκληρά, τους αρέσει να κοιμούνται το μεσημέρι και να βγαίνουν το βράδυ και τώρα πρέπει να πάρουν ένα μάθημα, πρέπει να μάθουν τι σημαίνει αληθινός καπιταλιστικός εργάτης. Και δίνοντας ένα μάθημα στους Έλληνες προτίθενται επίσης να δώσουν ένα μάθημα στους Πορτογάλους, στους Ισπανούς, τους Ιταλούς, τους Ιρλανδούς και όλους τους υπόλοιπους ανυπότακτους του κόσμου.

Και απέναντι σε αυτή την κατάσταση υπάρχουν μόνο δύο εκδοχές. Η μία είναι να πούμε όχι, όχι, είμαστε καλοί εργάτες, απλώς δώστε μας περισσότερες δουλειές και θα σας δείξουμε πόσο σκληρά μπορούμε να εργαστούμε, θα ξαναχτίσουμε τον καπιταλισμό στην Ελλάδα. Και η άλλη εκδοχή είναι να πούμε, ναι, έχετε δίκιο, είμαστε τεμπέληδες και θα παλέψουμε για το δικαίωμά μας στην τεμπελιά. Θα παλέψουμε για να μπορούμε να κάνουμε τα πράγματα με τον δικό μας ρυθμό, με τον τρόπο που εμείς θεωρούμε σωστό, θα παλέψουμε για τον μεσημεριανό μας ύπνο και να για να βγαίνουμε αργά το βράδυ. Επομένως λέμε όχι στο κεφάλαιο και στην καπιταλιστική εργασία, επειδή όλοι ξέρουμε ότι η καπιταλιστική εργασία κυριολεκτικά καταστρέφει τη γη, καταστρέφει τις συνθήκες της ανθρώπινης ύπαρξης. Πρέπει να χτίσουμε μια διαφορετική μορφή κοινωνικότητας.
Η πρώτη λύση του να πούμε ότι είμαστε καλοί εργάτες μοιάζει περισσότερο απλή, περισσότερο προφανής αλλά πιθανώς είναι μόνο μια αυταπάτη επειδή οι περισσότεροι σχολιαστές αναφέρουν ότι η ύφεση στην Ελλάδα θα διαρκέσει πολλά χρόνια άσχετα με το πόσο θα συμμορφωθούν οι Έλληνες.

Αν θέλετε να μάθετε με τι μοιάζει η παράταση της αποτυχίας του κεφαλαίου χωρίς την ελπίδα μιας ριζικής αλλαγής, τότε απλώς κοιτάξτε πέρα από τα σύνορά σας την τραγωδία στο Μεξικό ή κοιτάξτε πιο κοντά τις δικές σας πόλεις. Η άλλη επιλογή του να πούμε όχι στο κεφάλαιο και να οικοδομήσουμε μια διαφορετική κοινωνική σχέση είναι αυτό που πολλοί Έλληνες προσπαθούν να δημιουργήσουν αυτή τη στιγμή από επιλογή και από ανάγκη. Αν το κεφάλαιο δεν μπορεί να παρέχει την υλική βάση ζωής, τότε πρέπει να την δημιουργήσουμε με άλλους τρόπους, συγκροτώντας δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης, διακηρύσσοντας «κανένα σπίτι χωρίς ρεύμα» και οργανώνοντας ομάδες ηλεκτρολόγων που επανασυνδέουν το ρεύμα· με το «δεν πληρώνω» φόρους και διόδια· μέσω του κινήματος της πατάτας με το οποίο αγρότες διανείμουν αγροτικά προϊόντα κατευθείαν στις πόλεις σε πολύ χαμηλές τιμές, μέσω της ίδρυσης ανταλλακτικών παζαριών, της δημιουργίας κοινοτικών κήπων και της επιστροφής στην ύπαιθρο· επίσης με την ανάκτηση εργοστασίων, ενός νοσοκομείου και μιας εφημερίδας. Αυτή είναι μια περίπλοκη και πολύ πειραματική μορφή να προχωρήσουμε, στην οποία δεν υφίσταται σωστή πολιτική γραμμή ούτε επαναστατική καθαρότητα, αποτελεί μια προεικονιστική μορφή κοινωνικότητας όχι ακόμη αρκετά δυνατής ώστε να διασφαλίσει την επιβίωσή μας. Και πρέπει να υπάρχουν δεσμεύσεις, αλλά είναι ξεκάθαρα η κατεύθυνση προς την οποία πρέπει να ωθήσουμε τα πράγματα και να ωθηθούμε και εμείς οι ίδιοι.

Ο κόσμος που προσπαθούμε να δημιουργήσουμε, είναι ένας κόσμος χωρίς απαντήσεις, ένας κόσμος όπου περπατάμε ρωτώντας, ο κόσμος ενός πειράματος. Αλλά καθοδηγούμαστε από το όχι μας ενάντια στο απάνθρωπο, ξεδιάντροπο, καταστροφικό καπιταλιστικό σύστημα και από ένα ουτοπικό αστέρι που ανατέλλει από τις ελπίδες και τα όνειρα αιώνων πάλης. Η κρίση επομένως μας φέρνει αντιμέτωπους με αυτές τις δύο επιλογές. Είτε θα επιλέξουμε τη λεωφόρο της υποταγής στη λογική του κεφαλαίου έχοντας πλέον συνειδητοποιήσει ότι οδηγεί αναπόφευκτα στην αυτο-εκμηδένιση της ανθρωπότητας, είτε θα ακολουθήσουμε τα επικίνδυνα μονοπάτια, πολλά μονοπάτια, επινόησης ενός διαφορετικού κόσμου εδώ και τώρα, μέσα από τις ρωγμές που δημιουργούμε στην καπιταλιστική κυριαρχία. Και καθώς επινοούμε διαφορετικούς κόσμους βλέπουμε τώρα, καθαρά, πως εμείς είμαστε η κρίση του κεφαλαίου, εμείς είμαστε η κρίση ενάντια στην βιασύνη να καταστραφεί ο κόσμος και είμαστε περήφανοι γι’ αυτό. Εμείς είμαστε ο νέος κόσμος που λέει «στα τσακίδια κεφάλαιο».

Τζον Χόλογουεη, Νέα Υόρκη, 18 Μαρτίου 2012

Μετάφραση: Κ.Ν.


Πέμπτη, 5 Απριλίου 2012

Το Τέλος της Αθωότητας


    Δύο και πλέον χρόνια μνημονιακής επιδρομής τώρα, το «αντιστασιακό κίνημα» προσπαθεί να βρει το βηματισμό του. Οι αλλεπάλληλες ήττες που βιώσαμε, κάτω από μια ωμή και απάνθρωπη καταστολή κάθε μαζικής εκδήλωσης διαμαρτυρίας, σε συνδυασμό με τις άπειρες αναγνώσεις της πιθανής στόχευσης, μας οδήγησαν σε μια κατ’ ουσία αδιαμαρτύρητη αποδοχή της κατάστασης.
Κάναμε πορείες, βρίσαμε, μουντζώσαμε, αναθεματίσαμε, πετάξαμε και λίγα γιαούρτια και αυγά. Μετά σκύψαμε και αφεθήκαμε στη ρουτίνα της «κανονικότητας» μας ελπίζοντας στο επόμενο ραντεβού με την ιστορία, στην επόμενη εθνική επέτειο, στο επόμενο πανηγυράκι εντυπώσεων που στήνουν κάθε τόσο οι εργατοπατέρες μας.
   Άλλοι από μας χάσαμε δουλειές, άλλοι χρήμα, πολλοί χάσαμε δικαιώματα, κάποιοι χάσαμε προνόμια, μα όλοι μας χάσαμε την ελπίδα. Και τότε χάσαμε και την τελευταία μας αξιοπρέπεια. Εκείνη τη λίγη που μας είχε απομείνει από τις δεκαετίες της σπατάλης και του καταναλωτικού μας οργασμού.
   Κι όμως, κάθε τόσο, σε κάθε «στημένη» ευκαιρία, ξαναφοράμε τη προβιά του αγανακτισμένου και διαδηλώνουμε την αθωότητα μας. Ξέρετε, εκείνη την κίβδηλη αθωότητα που προτάξαμε στο περιβόητο πια «μαζί τα φάγαμε». Γιατί αθώος είναι μόνο εκείνος που πραγματικά αντιπαλεύει τα θηρία, εκείνος που δεν σκύβει μουρμουρίζοντας κατάρες.
   Κι αν λίγοι «γραφικοί» συνέχισαν, άφοβοι και αθώοι, να προτείνουν τα λιγοστά τους όπλα έναντι στην πάνοπλη κρεατομηχανή του Φόβου, εμείς συνεχίσαμε να διακηρύττουμε την πίστη μας στην κανονικότητα, την ησυχία, την άρνηση της βίας. Τους λοιδορήσαμε, τους βαφτίσαμε «μπάχαλους», τους φορτώσαμε όλες τις ευθύνες για την δική μας χαμένη αξιοπρέπεια, για να κρύψουμε το φόβο  και την ενοχή μας.

Μέχρι σήμερα.

   Σήμερα ήρθε ένας παππούς, από το πουθενά, κατέβηκε τα σκαλιά στο Σύνταγμα και με μια απίθανη πράξη αξιοπρέπειας έβαλε τα πράγματα στη θέση τους. Δήλωσε αθώος τερματίζοντας ο ίδιος τη ζωή του. Δήλωσε έτοιμος για όλα, όρθιος, περήφανος. Και μείς;
   Ακόμα αθώοι για το «μαζί τα φάγαμε», ακόμα σκυμμένοι ραγιάδες, πιστοί στην κοινωνία μας, στη κανονικότητα και στον καθωσπρεπισμό μας, εκφράσαμε τη συντριβή μας.

Και τέλος. Τίποτα άλλο.

   Και αφού δεν μπορούμε να ακολουθήσουμε την τελευταία του επιθυμία, αφού δεν μπορούμε να ξαναβρούμε την χαμένη μας αξιοπρέπεια, θα χάσουμε στο τέλος και την ελάχιστα εναπομείνασα αθωότητα μας. Θα είμαστε σίγουρα ένοχοι με την αδιαφορία μας, με τη δειλία μας. Ένοχοι στο «μαζί τον σκοτώσαμε».
  Εκτός από τους λίγους «γραφικούς μπάχαλους». Τους τελευταίους αθώους που έμειναν.

Θέλω κι εγώ να είμαι ένας απ’ αυτούς.

Εσύ μπορείς να πας να ψοφήσεις.

Πέμπτη, 15 Μαρτίου 2012

ΡΕ ΑΝΤΕ ΣΤΟ ΔΙΑΟΛΟ!




Δε γράφω δυο μέρες τώρα, γιατί είπα ότι θα μου περάσει, ότι θα ηρεμήσω λίγο, ότι δε θα βρίσω. Ήλπιζα ότι αν ξεκινήσω να γράφω δε θα βουρκώσω, δε θα κλαίω σα μαλάκας. Αλλά τελικά δε γίνεται.
Δε γίνεται, επειδή δε μου το είπαν, αλλά το έζησα. Να με κοιτάει στα μάτια και να μου λέει καθαρά «θα πουλήσω το νεφρό μου ρε φιλαράκι, αλλά θα τη σώσω». Να μου το λέει θυμωμένος και αποφασισμένος. Να ξέρω ότι το εννοεί.
Αυτός άνεργος. Απολυμένος. Εκείνη, η γυναίκα του, νοσηλεύτρια των 700 ευρώ. Να της έχουν βρει καρκίνο στο μαστό.
Κανείς από τους δύο να μην έχει πατήσει τα 40. Στα δημόσια νοσοκομεία που το έψαξαν τους έλεγαν κάτι για σειρά στο χειρουργείο και ελλείψεις στο προσωπικό. Στα ιδιωτικά, ακατέβατα 3.000 ευρώ αμοιβή ο γιατρός.
Το ταμείο του Δημοσίου, δεν καλύπτει ούτε τον υπέρηχο μαστού. Από την τσέπη τους κι αυτά τα 15 ευρώ. Στο σπίτι 3 παιδιά. Να μη μάθουν τίποτα. Κι αυτός αποφασισμένος. «Να πουλήσω το νεφρό μου ρε φιλαράκι. Σε κάποιον να το πουλήσω».
Και να μην έχω 3.000 ευρώ να του τα δώσω κι όποτε μπορέσει να μου τα γυρίσει. Ούτε να ξέρω κανέναν να έχει. Αυτοί είναι οι γνωστοί μου, τι να κάνουμε τώρα; Δεν έχει κανείς τους τόσα.
Γι’ αυτό δε γουστάρω να γράψω. Επειδή, στ’ αρχίδια μου όλα. Και όλοι. Κοπρόσκυλα. Τσογλάνια. Και οι αριστεροί και οι δεξιοί. Που με καλούν να τους ψηφίσω. Τα τρία μου θα πάρουν.
Το ιερό δικαίωμα της ψήφου ας το εξασκήσουν όσοι πιστεύουν ότι η ψήφος είναι πιο ιερή από την ανθρώπινη ζωή και την αξιοπρέπεια. Εγώ δεν την έχω για πιο ιερή. Κι επειδή κανείς τους δεν την υπερασπίστηκε όπως έπρεπε, να πάνε να πηδηχτούν όλοι μαζί παρέα.
Παπάρια αγώνα έδωσαν μέσα στη Βουλή τα κόμματα της Αριστεράς. Όλα πέρασαν. Και τα μνημόνια και τα μέτρα και οι συμβάσεις και τα μεσοπρόθεσμα. Κι ούτε κατάφεραν τα δύο κόμματα της Αριστεράς να πουν μια καλημέρα μεταξύ τους.
Τριάντα βουλευτές έχουν σήμερα. Και τι έγινε άμα γίνουν 50 ή 60; Οι άλλοι 240 θα συνεχίσουν να ψηφίζουν μέτρα. Τι μέτρα; Αυτά που περνάνε κρυφά τις νύχτες ανεβάζοντας τη συμμετοχή των καρδιοπαθών στα φάρμακα, από το 10% στο 25%.
Πολλοί Ιατρικοί Σύλλογοι ήδη ουρλιάζουν ότι μικροσυνταξιούχοι, άνεργοι, απολυμένοι καρδιοπαθείς υποθεραπεύονται με κίνδυνο της ζωής τους, επειδή αποφασίζουν μόνοι τους να μειώσουν τις δόσεις των φαρμάκων τους για να κάνουν οικονομία.
Κόβουν το χάπι στη μέση, για να φτάσει το κουτί για διπλάσιες μέρες. Αυτές είναι οι σαλονάτες μάχες της Βουλής. Λόγια, λόγια, λόγια κι όλα περνάνε. Σαν οδοστρωτήρας. Νεκροί που δεν καταγράφονται πουθενά.
Και σου λέει «παρακαλείστε να διαμαρτύρεστε ησύχως». Όχι ρε μπαγλαμά. Δεν έχει ησύχως, γιατί εσύ τσεπώνεις και 3 και 13 και 30 χιλιάρικα από το γαμωβουλευτιλίκι σου κι ο άλλος πουλάει το νεφρό του για να σώσει τη γυναίκα του.
Γιατί να σε ψηφίσω μωρή γλάστρα; Για να κάνεις το άλλοθι στη δημοκρατία τους; Όλοι αθώοι. Παραγράφονται τα αδικήματα με μια μονοκονδυλιά. Κι ο άλλος χάνει τη γυναίκα του. Βρε άντε στο διάολο που θα συνδιαλλαγώ μαζί σας. Στον κώλο σας να τη βάλετε την κάλπη και τ’ αποτελέσματά της. Μπινέδες.
Και ναι ρε, βρίζω την Αριστερά γιατί από την Αριστερά περίμενα να μπει μπροστά και να βγει στους δρόμους. Ούτε από τα δεξιά φασισταριά, ούτε από τα πράσινα λαμόγια περίμενα τίποτα. Δε με απογοήτευσαν αυτοί. Απέναντί μου ήταν. Ε, τώρα πήγα απέναντι και στις κοκότες του πολιτικού πολιτισμού. Ριζοσπαστική Αριστερά και αρχίδια. Άντε ρε ρόμπες. Και τρόμπες.

Δευτέρα, 12 Μαρτίου 2012

Ένα γράμμα για σένα.


  Καμιά ώρα τώρα, κάθομαι μπρος την άδεια σελίδα. Λευκή, ψυχρή, άψυχη, σχεδόν εχθρική μου φαίνεται. Θέλω να τη γεμίσω με κείνα τα μαύρα σημαδάκια που πηδάν το ένα δίπλα στ’ άλλο και σχηματίζουν λέξεις, φράσεις, νοήματα, δίνοντας ζωή σε τούτο τ’ άσπρο και νεκρό κενό μπροστά μου. Πολλές φορές ξεκίνησα να γράφω απόψε, πολλές φορές σταμάτησα. Δεν βρίσκω τον τρόπο, το κλειδί που θα μ’ ανοίξει την πόρτα της έκφρασης.
  Πως άλλωστε να μπορέσουν λίγα γράμματα, όσο περίτεχνα και να τα ταιριάξω, να μεταφέρουν τη μαυρίλα τη ψυχής μου; Κι αν ακόμα μπορέσουν, πώς να τολμήσω να τ’ αντικρίσω εκεί αραδιασμένα, γυμνά, σε κοινή θέα; Φοβάμαι.
  Φοβάμαι μην και είναι μεταδοτική ετούτη η μαυρίλα, το πλάκωμα της ψυχής, και πάρω κι άλλους στο λαιμό μου. Φοβάμαι μην και τα διαβάσω εγώ ο ίδιος και αναγκαστώ να τα παραδεχτώ. Φοβάμαι μην τα δουν και τα παιδιά μου, και τι χειρότερο, να νοιώσουν πως τα πρόδωσα.
  Σήμερα είπαν, αυτοκτόνησε ακόμα ένας απογοητευμένος συμπολίτης μας. Είπαν ακόμα πως κι άλλα μέτρα λιτότητας και φτωχοποίησης ακολουθούν. Μίλησαν και για χιλιάδες νέους άνεργους, φαλιρισμένα μικρομάγαζα, οικογένειες χωρίς στέγη και τροφή. Έθιξαν ακόμα και το θέμα του κουρέματος των χρεών των κομμάτων, και την κούρσα διαδοχής στο ΠΑΣΟΚ που τρέχει ο Βενιζέλος μόνος του. Α, παραλίγο να ξεχάσω, μας είπαν και να μην γκρινιάζουμε  γιατί αλλιώς δεν έρχονται οι τουρίστες. Κα κάτι για εκλογές λέγανε αλλά δεν άκουσα.
  Το πρωί έδωσα το τελευταίο μου ευρώ στο μικρό μου γιό για το εισιτήριο του λεωφορείου.  Η κόρη μου, θα πάει με τα πόδια μου είπε. Έφυγε νωρίς, για να προλάβει. Μάλλον δεν ήθελε να με πληγώσει, είναι μεγάλη τώρα, δεκαοκτώ, καταλαβαίνει. Ελπίζω σήμερα να βγει το μεροκάματο, αλλιώς θα φάμε πάλι ξερό ψωμί, ευτυχώς, έχουμε λάδι και κάτι περσινές ελιές. Φέρνει κι ένας φίλος κάτι αυγά απ’ το χωριό κάθε τόσο.
  Το μεσημέρι μου τηλεφώνησε ο μεγάλος, φαντάρος σε νησί. Δεν πειράζει λέει που δεν έχει φράγκο τσακιστό, θα μείνει μέσα στην έξοδο, να του προσέχω τη μάνα του και να μην στεναχωριέμαι. Καλό παιδί, μετρημένο. Με ρώτησε επίσης αν μαθαίνω νέα απ’ την Αθήνα, από το «κίνημα». Θα γίνει κάτι επιτέλους, θα σηκωθεί ο κόσμος όρθιος, θα παλέψουμε; Τι να του πω, υπομονή και κουράγιο. Δεν έχω να του πω τίποτα άλλο.
  Έχω και τους γέρους, με μια σύνταξη της μάνας μου, ογδοντάρηδες και οι δύο τώρα, τι να σου κάνουν. Ο γέρος μου, παλιός κομμουνιστής, κυνηγημένος όλη του τη ζωή, φυλακή στη χούντα, από μεροκάματο σε μεροκάματο, μην φανταστείς, οικοδομή και τέτοια. Αρνήθηκε σύνταξη αντιστασιακού, τώρα κοιτάζει το μέλλον για τα εγγόνια του όλο φόβο και αγωνία. Ακόμα και τώρα δεν μπορεί να πιστέψει πόσο πίσω γυρίσαμε. Τι γίνανε οι αγώνες;
  Τι να κάνω; Πώς να σταθώ; Που;
  Οι φίλοι, λίγοι και σε χειρότερη θέση. Οι συγγενείς αλλού, δεν έχω σχέση. Ποιος θα με στηρίξει τώρα; Ποιος θα σταθεί στο πλάι μου; Νιώθω τελείως άχρηστος, ανίκανος να δράσω, να παλέψω. Μα το χειρότερο, είναι πως νιώθω μόνος. Βασανιστικά και απάνθρωπα μόνος. Μην παρεξηγηθώ, και η γυναίκα μου δίπλα μου είναι και τα παιδιά, μα δεν αρκεί.
  Τούτο το κενό στη ψυχή μου δεν γεμίζει με έρωτα, μήτε μ’ αγάπη. Δεν φτάνει η οικογένεια, ούτε οι λίγοι φίλοι για να νικήσω τη μαυρίλα. Κι αυτό είναι το κόλπο τους, αυτό ζητάνε. Να ‘μαστε μόνοι, ο καθένας μας κλεισμένος στο καβούκι του, να περιμένει καρτερικά ένα ψίχουλο, με μια ελπίδα φρούδα.
  Σκέφτομαι όλο και πιο συχνά τελευταία, να βγω έξω μ’ ένα παλούκι, ένα μαχαίρι, κάτι τέλος πάντων, και ν’ αρχίσω το καθάρισμα. Θα προλάβω κάμποσους μέχρι να με τελειώσουν. Μα έτσι τίποτα δεν άλλαξε κι ούτε θ’ αλλάξει.
  Το ξέρω πλέον, το έμαθα σκληρά κι επίπονα.  Και το φωνάζω, και το γράφω και το τραγουδώ στα μοιρολόγια μου. Τίποτα δεν αλλάζει, τίποτα δεν αλλάζει. Ως πότε θα φοβάμαι;
  Μα η απάντηση κρέμεται απ’ τα χείλη σου. Ναι, τα δικά σου Εσύ που με διαβάζεις. Εσύ ξέρεις! Το νιώθεις κάθε πρωί που δίνεις ένα ευρώ στο παιδί σου για το λεωφορείο, το νιώθεις κάθε φορά που αρκείσαι στο ξερό ψωμί, κάθε στιγμή που αντικρίζεις τον απογοητευμένο σου πατέρα, μάνα, αδελφό. Το ‘χεις από καιρό τώρα καταλάβει, αλλά και συ, όπως κι εγώ, φοβάσαι, τρέμεις για το αύριο. Όχι εκείνο που ονειρεύεσαι αλλά εκείνο που σου ετοιμάζουν, εκείνο που είναι κάθε μέρα και χειρότερο από το σήμερα.
  Την έχεις την απάντηση, μα δεν την μολογάς. Πώς άλλωστε να τολμήσεις να την  αντικρίσεις εκεί αραδιασμένη, γυμνή, σε κοινή θέα; Φοβάσαι.
  Σαν έρθει η ώρα όμως, θυμήσου, να την φωνάξεις δυνατά. Μην τρέμει η φωνή σου, μην ψιθυρίσεις.   Πολλοί είναι αυτοί που περιμένουν. Πολλοί που θέλουν οι ίδιοι να την πουν αλλά σαν και σένα, σαν και μένα, δεν τολμούν, και περιμένουν, κάποιος να βγει να τη φωνάξει. Κάποιος να κάνει την αρχή. Ας είσαι εσύ, ας είμαι εγώ, ας είμαστε μαζί.
  Γιατί αν ενώσουμε τους φόβους μας θα βγάλουμε την πιο δυνατή φωνή. Φωνή ικανή να διώξει όλων το φόβο, και κάθε ενός η φωνή που θα ενώνεται με τη δική μας, θα καθαρίζει όλο και πιο βαθιά την μαυρίλα από τις ψυχές μας.
  Και απ’ τις ζωές μας.

Share it